10 λέξεις που έχουν εντελώς διαφορετική σημασία σε Κύπρο και Ελλάδα!

Dimitris Pavlou
Εκπαιδευτικός Δημοτικής Εκπαίδευσης

Σου έχει τύχει, έστω και μια φορά, να μιλήσεις με κάποιο άτομο από την Ελλάδα; Αν ναι, ίσως θα το έχεις ζήσεις κι εσύ. Μερικές φορές, προκύπτει μικρή επικοινωνιακή σύγχυση σε συζητήσεις, ειδικά, όταν χρησιμοποιείς κάποιες συγκεκριμένες λέξεις από τη διάλεκτό σου (κυπριακή) που για τον Ελλαδίτη συνομιλητή σου έχουν εντελώς διαφορετική σημασία.

Αυτές οι λέξεις, που μπορεί να δημιουργήσουν γλωσσική παρανόηση (και συνεπώς πρόβλημα στην επικοινωνία) μεταξύ των ομιλητών δύο (ή περισσότερων) γλωσσών, ονομάζονται, στο πεδίο της γλωσσολογίας, ψευδόφιλες. Δηλαδή, λέξεις που γράφονται ορθογραφικά το ίδιο, προφέρονται με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο, αλλά έχουν διαφορετική σημασία σε καθεμία από τις γλώσσες ή διαλέκτους που χρησιμοποιούνται.

Αν και αυτό το γλωσσικό φαινόμενο, συνήθως αφορά διαφορετικές γλώσσες, εντούτοις, εμφανίζεται και σε ποικιλίες της ίδιας γλώσσας. Στην περίπτωση μας, εντοπίζεται σε 2 ποικιλίες της ελληνικής: την επίσημη (Κοινή Νέα Ελληνική) και τη διαλεκτική (κυπριακή). 

Έτσι, ψάξαμε και σου παρουσιάζουμε 10 τέτοιες ψευδόφιλες λέξεις που είναι παρεμφερείς σε επίπεδο φωνητικής, μορφολογικής και ορθογραφικής αναπαράστασης, αλλά έχουν (εντελώς) διαφορετική σημασία στην κυπριακή διάλεκτο και τη Κοινή Νέα Ελληνική (Κ.Ν.Ε).

Δες τις πιο κάτω:

 

1Γόμα

plaisio-cdn.gr/assets.londongraphics-static.co.uk
  • Κυπριακή διάλεκτος: Στερεά ή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται για τη συγκόλληση διάφορων επιφανειών.
  • Κ.Ν.Ε.: Είδος γραφικής ύλης που χρησιμοποιείται για το σβήσιμο κειμένων ή σχεδίων από μολύβι (το λεγόμενο “σβηστήρι”).

2Θάλαμος

pentapostagma.gr/eleftheriaonline.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Περιορισμένος χώρος, με θερμοκρασία χαμηλότερη του ψυγείου για πιο μακροχρόνια συντήρηση των τροφίμων (η λεγόμενη “κατάψυξη”).
  • Κ.Ν.Ε.: Μεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου, που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση (η λεγόμενη “αίθουσα”).

3Κόλλα

typotrust.gr/plaisio-cdn.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ. Είναι το λεγόμενο “χαρτί”.
  • Κ.Ν.Ε.: Στερεά ή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται για τη συγκόλληση διάφορων επιφανειών.

4Κούπα

wellgoods.com.cy/mandauefoam.ph
  • Κυπριακή διάλεκτος: Κυπριακό έδεσμα φτιαγμένο από πλιγούρι και κιμά.
  • Κ.Ν.Ε.: Αγγείο πόσεως με λαβή, μεγαλύτερο από το φλιτζάνι.

5Κουφέτ(τ)α

trendy.com.gr/kyria-maro.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Μικρό ζαχαρωτό, που τρώνε μικροί και μεγάλοι (η λεγόμενη “καραμέλα”).
  • Κ.Ν.Ε.: Μικρό ζαχαρωτό, συνήθως ωοειδούς σχήματος, που αποτελείται από ένα αμύγδαλο ή σοκολάτα με επικάλυψη από σκληρό στρώμα ζάχαρης. Συνήθως προσφέρεται στους γάμους και στα βαφτίσια.

6Κουφή

nhmc.uoc.gr/antikleidi.com
  • Κυπριακή διάλεκτος: Κυπριακό δηλητηριώδες φίδι με χοντρό σώμα, αμμώδες χρώμα, σφηνοειδές κεφάλι και κοντή ουρά.
  • Κ.Ν.Ε.:  Άτομο που στερείται την αίσθηση της ακοής. 

7Πίσσα

anexarttitosblog.gr/diatrofisimera.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασιέται για αρκετό χρονικό διάστημα (η λεγόμενη “τσίχλα”).
  • Κ.Ν.Ε.:  Μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, π.χ. στην ασφαλτόστρωση δρόμων.

8Σάκ(κ)ος

be-casual.gr/eshop-dcse.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Είδος ρούχου το οποίο φοριέται το χειμώνα για την προστασία απ’ το κρύο (το λεγόμενο “μπουφάν”). Μπορεί να είναι ανδρικό, γυναικείο ή παιδικό.
  • Κ.Ν.Ε.: Μεγάλο σακί ή σακούλα για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων.

9Σάλι

happyweek.gr/assets.goldenbrands.gr
  • Κυπριακή διάλεκτος: Μακρόστενο κομμάτι από ύφασμα που φοριέται τυλιγμένο γύρω από το λαιμό (το λεγόμενο “κασκόλ”). Μπορεί να είναι γυναικείο, αντρικό, ποδοσφαιρικό, κ.λπ.
  • Κ.Ν.Ε.:  Γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη.

10Συνδετήρας

plaisio-cdn.gr/upload.wikimedia.org
  • Κυπριακή διάλεκτος: Φορητός ή επιτραπέζιος μηχανικός μηχανισμός που χρησιμοποιεί συρματάκια σχήματος “Π”, για να συνδέσει μεταξύ τους φύλλα χαρτιού (το λεγόμενο “συρραπτικό”).
  • Κ.Ν.Ε.: Μικρό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για πρόχειρη σύνδεση φύλλων χαρτιού.

Εσύ γνωρίζεις κάποια άλλη λέξη με διαφορετικό νόημα στην κυπριακή διάλεκτο και την Κοινή Νέα Ελληνική; Αν ναι, άφησε comment!