Το Youth For Climate Cyprus συνάντησε τον Υπουργό Περιβάλλοντος!

Andreas Haris
Social Media & Community

Το υπουργείο θεωρεί ότι η Κύπρος είναι πρωτοπόρος στο θέμα της αντιμετώπισης Κλιματικής Αλλαγής. Το ενεργειακό πλάνο της Κύπρου (2020-30) όμως δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Προτεραιότητα της κυβέρνησης μας τα επόμενα χρόνια δεν είναι η μείωση των αέριων του θερμοκηπίου αλλά ξεκάθαρα η εξόρυξη του φυσικού αερίου. Δηλαδή το χρήμα θεωρείται πιο σημαντικό από την καταστροφή οικοσυστημάτων, την εξαφάνιση πάνω από 1 εκατομμύριο ειδών και το γεγονός ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν πρόσφυγες εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Ο υπουργός μας καθησύχασε ότι τα κέρδη από το φυσικό αέριο θα φυλαχθούν σε ένα αειφόρο είδους ταμείο ώστε οι μελλοντικές γενιές θα μπορούν να τα έχουν στην διάθεση τους.

Εμείς απαντήσαμε: τι να τα κάνουμε Κύριε Καδή τα λεφτά όταν η θερμοκρασία στην Κύπρο ανέβει 6 βαθμούς τα επόμενα χρόνια; Τι να κάνουμε τα λεφτά όταν η Κύπρος γίνει έρημος; Τι να τα κάνουμε τα λεφτά όταν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα γίνουν κλιματικοί πρόσφυγες;

Είναι προφανές ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες και η κυβέρνηση δεν θα ζουν για να βιώσουν αυτές τις καταστροφικές συνέπειες της Κλιματικής Κρίσης, για αυτό προτεραιότητα τους είναι το κέρδος, εις βάρος της νεολαίας και των μελλοντικών γενιών.

Η επιστολή:

Παγκόσμια βλέπουμε ότι παρά την ευρεία αποδοχή της συμφωνίας των Παρισίων, οι επιμέρους στόχοι των κρατών δεν είναι αρκετοί για να πετύχουν τους στόχους της. Το μέλλον μας, δηλαδή, εξαρτάται από τα σχέδια δράσης της κάθε χώρας. Η IPCC δηλώνει ότι για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας σε 1,5 °C και έτσι να περιορίσουμε τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, είναι απαραίτητη η μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 45% μέχρι το 2030 και 100% μέχρι το 2050 (σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2010) παγκοσμίως. Το ενεργειακό πλάνο της Κύπρου αναφέρει μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά μόνο 24% μέχρι το 2030 (εξαιρουμένων των ETS) και χωρίς ακόμα να μετρά τις εκπομπές από τη χρήση γης. Παράλληλα, ο ενεργειακός προγραμματισμός δεν προβλέπει την πλήρη μετάβαση με τους ρυθμούς που απαιτούνται για τους μακροπρόθεσμους στόχους που θέτει η επιστήμη. Είναι λογικό επόμενο, λοιπόν, πως είναι δύσκολο για μας να ελπίζουμε για ένα βιώσιμο μέλλον. Η Κύπρος, μια μικρή χώρα με τόση ηλιοφάνεια μπορεί κάλλιστα να δείξει το καλό παράδειγμα στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Όχι μόνο δεν ηγούμαστε, θέτοντας πιο ψηλούς στόχους, αλλά κάνουμε το ελάχιστο δυνατό και προσπαθούμε να διαπραγματευτούμε χαλαρώσεις στους στόχους μας.

Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν δυσκολίες στην πλήρη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενός απομονωμένου συστήματος, αλλά η τεχνολογία για να πετύχουμε την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα υπάρχει ήδη. Μια πρόσφατη έρευνα από το πανεπιστήμιο LUT, απέδειξε πως ένα σύστημα που στηρίζεται 100% σε ΑΠΕ σε όλη την Ευρώπη είναι εφικτό με τις υπάρχουσες τεχνολογίες ήδη από το 2030. Άλλα απομονωμένα δίκτυα και νησιά, όπως η Χαβάη, έχουν ήδη δεσμευτεί και δουλεύουν προς αυτό το στόχο σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Φυσικά, για να πετύχουν αυτό το στόχο, έχουν αφιερώσει και τους απαραίτητους πόρους, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της Κύπρου. Αν λοιπόν το επιχείρημα των τεχνολογικών εμποδίων δεν είναι βάσιμο, μπορούμε να θεωρούμε τις δυσκολίες μιας μετάβασης, που όντως υπάρχουν, πιο σημαντικές από την καταστροφή των οικοσυστημάτων και την εξαφάνιση πάνω από 1 εκατομμύριο ειδών ή το γεγονός ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν πρόσφυγες εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Η συζήτηση για την πορεία της Κύπρου για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι, λοιπόν, πολύ λιγότερο τεχνική και πολύ περισσότερο θέμα ηθικής και αξιών. Ποια είναι η αξία που προσδίδουμε στην απώλεια εκατοντάδων ζωών λόγω της ρύπανσης του αέρα, στην καταστροφή της βιοποικιλότητας του τόπου μας, στη μαζική μετανάστευση λόγω των καιρικών συνθηκών που ήδη βιώνουμε στη χώρα μας; Ποια είναι η αξία που προσδίδουμε στην ποιότητα της ζωής των μελλοντικών γενεών; Αυτό φαίνεται μέσα από τις προτεραιότητες που θέτει το κράτος μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα.

Μείωση των ρύπων κατά 45% παγκοσμίως σημαίνει ότι κάποιες χώρες θα χρειαστεί να θέσουν μεγαλύτερους στόχους, καθώς οι φτωχότερες χώρες δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να επενδύσουν στη μείωση αλλά πρέπει να επικεντρωθούν στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, καθώς πλήττονται ήδη περισσότερο. Άρα χώρες όπως Κύπρος με υψηλότερο ΑΕΠ από τον παγκόσμιο μέσο όρο, οφείλουμε να ηγηθούμε και όχι να θέτουμε χαμηλότερους στόχους.

Η πιο κάτω γραφική παράσταση από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα (2020-30) είναι ξεκάθαρα αποθαρρυντικό για εμάς τους νέους. Αν θέλουμε να γίνουμε μια κοινωνία μηδενικών ρύπων μέχρι το 2050, δεν μπορούμε να επενδύουμε σήμερα πόρους στη δημιουργία ενός δικτύου για ορυκτά καύσιμα, το οποίο θα πρέπει να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε σε 20 χρόνια.


Η IPCC δηλώνει ότι εάν δεν έχουμε λάβει σημαντική δράση μέχρι το 2030, θα έχουμε προκαλέσει αμετάκλητες ζημιές στο περιβάλλον και κατ΄ επέκταση στο ανθρώπινο είδος. Στην ουσία μας απομένουν λιγότερα από 11 χρόνια δραστικής αλλαγής, σωστής διαχείρισης για να μειωθούν τα αέρια του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 45%. Αν όχι, οι θερμοκρασίες στην Κύπρο, σύμφωνα με το σενάριο RCP 8,5 (Συμφωνία Παρισίων 2015), θα αυξηθούν κατά +4.5 C◦, με καταστροφικές συνέπειες στην υγεία, την οικονομία, τη γεωργία, τον τουρισμό – σε κάθε πτυχή της ζωής μας.

Η επίτευξη όλων των παραπάνω θα καθοριστεί στην Κύπρο, όπως και σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., μέσω των Εθνικών Σχεδίων Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του Άαρχους, η οποία μεταφέρεται εν μέρει στον Ευρωπαϊκό Νόμο με την Οδηγία 2003/35/ΕΚ και στην εθνική νομοθεσία με τον νόμο 102(Ι)/2005, όλοι πολίτες έχουν το δικαίωμα ενημερώνονται και να διαβουλεύονται για περιβαλλοντικά Σχέδια. Το εθνικό πλάνο θα πρέπει να ετοιμαστεί και να κατατεθεί μέχρι το τέλος του 2019, ενώ έχει ήδη κατατεθεί ένα προκαταρκτικό σχέδιο στις αρχές του χρόνου, με τα σχόλια που λήφθηκαν από την Ε.Ε. να προβάλουν την ανεπάρκεια του σχεδίου μας να πετύχει τους στόχους. Όλα αυτά χωρίς καμία μέχρι τώρα διαβούλευση του κοινού. Για ένα τόσο κρίσιμο για το μέλλον μας σχεδιασμό, είναι απαραίτητη η ουσιαστική εμπλοκή των πολιτών, για την οποία ο εναπομείναντας χρόνος δεν είναι επαρκής. Αν το κράτος επιζητούσε την ανατροφοδότηση από το κοινό, η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης θα λάμβανε χώρα πολύ πιο γρήγορα στον σχεδιασμό και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Ζητούμε, λοιπόν, στον λίγο χρόνο που απομένει, να γίνουν άμεσα δημόσιες διαβουλεύσεις, τόσο διαδικτυακά, όσο και επιτόπιες σε κάθε επαρχία και σε μέρα και ώρα που θα ενθαρρύνει άτομα με διαφορετικό υπόβαθρο να συμμετάσχουν. Θα θέλαμε, επίσης, να ζητήσουμε όπως η διαδικασία αυτή προωθηθεί στα Μ.Μ.Ε. σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στην κρισιμότητα της κατάστασης και όπως όλα τα σχόλια που θα παραληφθούν να επεξεργαστούν από τους λειτουργούς των αρμόδιων τμημάτων ώστε είτε να ενσωματωθούν, είτε να δοθεί ο λόγος της μη ενσωμάτωσης. Η παραπάνω εισήγηση είναι το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει το κράτος ώστε να προωθήσει τη δημοκρατικότητα στη λήψη αποφάσεων που θα καθορίσουν την ποιότητα της ζωής μας στο σύντομο μέλλον.